Χρήστος Καπράλος

Ο Παναιτωλιώτης γλύπτης που «σμίλεψε» τον ελληνισμό

Αυτοπροσωπογραφία 1930-1934
Εθνική Πινακοθήκη

« Αν θέλουν να κάνουν κάτι δικό τους, ν’ αρχίσουν από το άλφα. Δηλαδή από τον άνθρωπο.» (Χ. Καπράλος από το περιοδικό Ζυγός)

Ο Χρήστος Καπράλος, με μούσα του τον λαϊκό άνθρωπο, σμιλεύει την γέννηση, τον πόνο, τον μόχθο, και τον θάνατο σε έναν πρωτοποριακό συνδυασμό της λαϊκής παράδοσης, του ευρωπαϊκού μοντερνισμού και της αρχαιοελληνικής τέχνης. Τα έργα του, παρά την λιτότητα τους, αποπνέουν καθηλωτική ένταση και συναίσθημα, καθιστώντας από τα πιο αναγνωρίσιμα δείγματα νεοελληνικά γλυπτικής.

Γιος φτωχής αγροτικής οικογένειας καπνοκαλλιεργητών, ο Χρήστος Καπράλος γεννήθηκε στο Παναιτώλιο (Μουσταφούλι) Αγρινίου στις 16 Νοεμβρίου 1909. Ασχολήθηκε με τις αγροτικές εργασίες και φοίτησε στο Δημοτικό σχολείο της περιοχής. Έδειξε από μικρή ηλικία μεγάλη ροπή προς την τέχνη, και μαθήτευσε σε ντόπιους καλλιτέχνες, κυρίως Αγιογράφους. Σημαντική επιρροή στην εξέλιξη του Χ. Καπράλου διαδραμάτισε ο μπάρμπα-Νάσος Γεράκης, άνθρωπος του πνεύματος, που τον καθοδήγησε στη συνεχή τριβή του με την τέχνη σε κάθε της έκφανση και στην εκμάθηση Γαλλικών.

Το 1928, με την στήριξη του Δημάρχου Αγρινίου, Παναγόπουλου, και του Ιωάννη Παπαστράτου, μετακομίζει στην Αθήνα όπου εργάζεται αρχικά στο γραφείο του αρχιτέκτονα Βασίλειου Κουρεμένου, και εν συνεχεία στο εργαστήριο του γλύπτη Βάσου Φαληρέα. Δύο χρόνια αργότερα, το 1930, έχοντας την συνεχή στήριξη των αδερφών Παπαστράτου, γίνεται δεκτός στην Ανώτατη Σχολή καλών Τεχνών όπου φοιτεί για τέσσερα χρόνια με καθηγητή τον Ουμβέρτο Αργυρό. Το 1934 φεύγει στο Παρίσι όπου σπουδάζεις στις ακαδημίες Grande Chaumiere και Colarossi (την πρώτη χρονιά ως υπότροφος και μετά αυτοσυντηρούμενος) και εργάζεται κοντά στον Marcel Gimond.

Με το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου επιστρέφει στην Ελλάδα μαζί με τον Γιάννη Μόραλη και στρατολογείται. Διαμένει κατά την διάρκεια της κατοχής στον χωριό του και εργάζεται κυρίως με πηλό που έφερε από την Αθήνα. Κεντρικές φιγούρες των γλυπτών του αποτελούν η μητέρα, η αδερφή του και άλλα πρόσωπα του στενού του κύκλου. Την περίοδο αυτή εγκαταλείπει τις ευρωπαϊκές επιρροές και επικεντρώνεται στην κλασική γλυπτική. Φιλοτεχνεί τις ζωοφόρους του Μνημείου της Μάχης της Πίνδου- αναμφισβήτητα του πιο εμβληματικού έργου νεοελληνικής γλυπτικής- το οποίο ολοκληρώθηκε το 1952.

Κομμάτι του μνημείου της Μάχης της Πίνδου

Η ζωφόρος της ιστορίας του νεότερου ελληνισμού, έχει συνολικό μήκος 40 μέτρα και ύψος 1,10 μέτρα.

Το Οκτώβριο του 1946, άστεγος στην Αθήνα, πραγματοποιεί στην αίθουσα του Παρνασσού την πρώτη έκθεση γλυπτικής στην μεταπολεμική Ελλάδα. Η έκθεση απέσπασε διθυραμβικές κριτικές, αλλά λόγω της έντονης πολιτική χροιάς που αποδόθηκε στα έργα, κανείς δεν αγόρασε κάτι. Το 1947, ο δήμαρχος Αθηνών Κώστας Κοτζιάς, ανταποκρινόμενος στο άρθρο του Γεώργιου Φτέρη « Για να σωθεί ένα ταλέντο. Έκκλησις για τον Καπράλο», χαρίζει στον γλύπτη ένα οικόπεδο στο Κουκάκι από την προσωπική του περιουσία, και στηρίζει την ανέγερση ενός εργαστηρίου ώστε να επιδοθεί στην γλυπτική του.

Σημείο καμπής στην καριέρα του αποτελεί η εκπροσώπηση της Ελλάδας το 1962 στο Μπιεννάλε της Βενετίας, όπου τα έργα του αποσπούν θριαμβευτικά σχόλια από την διεθνή καλλιτεχνική κοινότητα. Η έκθεση απαρτίζονταν από χάλκινα έργα που δημιούργησε με την αρχαία τεχνική του «χαμένου κεριού» που αναβίωσε ο ίδιος. Με τις απολαβές που του προσέφερε η έκθεση αυτή, πραγματοποιεί το 1963 το όνειρο του να αποκτήσει εργαστήριο στην Αίγινα, όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα μέχρι και τον θάνατο του στις 20 Ιανουαρίου του 1993. Το εργαστήριο του στην Αίγινα πλέον λειτουργεί ως μουσείο, και αριθμεί 6 αίθουσες και 6000 κινητά έργα.

Τα έργα του Χ. Καπράλου κοσμούν διάφορες πλατείες στην Ελληνική επικράτεια, όπως στην Καρδίτσα, την Δράμα και το Αγρίνιο, καθώς και τον περίβολο του ελληνικού Κοινοβουλίου.

Η μάνα.

Σημαντικά έργα

Σχολιάστε