Οι Βλάχοι της Ακαρνανίας

Η νοτιότερη εστία βλάχικης κληρονομιάς

Γουριώτισσα
Ν. Κατσαρού

Στον νόμο Αιτωλοακαρνανίας, δυτικά του ποταμού Αχελώου προσεγγίζοντας το βελανιδοδάσος της Μάνινας, εντοπίζονται έξι Καραγκούνικα (αρβανιτοβλάχικα) χωριά.

Η Παλαιομάνινα, ο Στράτος, η Οχθιά, η Γουριώτισσα, η Αγράμπελα και το Στογγυλοβούνι απαρτίζουν την νοτιότερη μόνιμη βλάχικη εγκατάσταση στον βαλκανικό χώρο.

Τα χωριά αυτά αποτελούν μια σχετικά άγνωστη και ανεξερεύνητη πτυχή του πολιτισμικού πλούτου της Αιτωλοακαρνανίας αλλά και της βλάχικης κληρονομιάς. Οι άνθρωποι τους αναφέρονται συνήθως ως Καραγκούνηδες λόγω της Ηπειρωτικής καταγωγής τους αλλά οι ίδιοι χρησιμοποιούν των όρο Ριμένος, με μια χαρακτηριστική προφορά του «ρ», ενδεικτική των Αρβανιτοβλάχων. Παρότι η παρουσία τους στην Ακαρνανία αποτέλεσε αρκετές φορές επίκεντρο ταραχών και διενέξεων, η προσφορά των Ριμενων της περιοχής στους εθνικούς αγώνες και την οικονομική ζωή του τόπου ήταν πολύτιμη.

Πρώτη ιστορική μαρτυρία για την ύπαρξη βλάχικων πληθυσμών στην περιοχή της Ακαρνανίας εντοπίζεται τον 13ο αι. στα κατάλοιπα του Μητροπολίτη Άρτης και Ναυπακτου Ιωάννου Απόκαυκου στην περιοχή της Βόνιτσας. Μεταγενέστερες αποσπασματικές ιστορικές πηγές φαίνεται υποδηλώνουν την παρουσία Βλάχων στην περιοχή κατά τους Βυζαντινούς και Οθωμανικούς χρόνους με ενδείξεις ακόμη και για μόνιμες εγκαταστάσεις πληθυσμών που σταδιακά αποβλαχίστηκαν και αφομοιώθηκαν. Όσον αφορά τους σύγχρονους Καραγκούνιδες, δεν μπορεί με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία να τεκμηριωθεί η ιστορική συνέχεια και ταύτιση με τους παραπάνω βλάχικους πληθυσμούς. Η ιστορική τους πορεία στον ακαρνικό χώρο σκιαγραφείται με βεβαιότητα από τις αρχές του 19ου αιώνα.

Ιστορική αναδρομή: από τον νομαδισμό στην μόνιμη εγκατάσταση

Η Ακαρνανία, ως μέρος του σαντζακίου του Κάρλελι, περιέρχεται απο το 1806 έως το 1820 υπό την εξουσία του Αλή Πασά. Η περίοδος αυτή σηματοδοτεί σημαντική μείωση του πληθυσμού και ερήμωση αρκετών οικισμών της περιοχής, λόγω της βαρύτατης φορολογίας και της εκμετάλλευσης που υφίστανται οι ντόπιοι χωρικοί, καθώς και της μεταβίβασης των βοσκότοπων στην περιουσία του Αλή Πασά και πλουσίων οθωμανών. Μεγάλες εκτάσεις γης μένουν ακαλλιέργητες και μειώνεται σημαντικά η γεωργική παραγωγή.Για τον λόγο αυτό, καλλιεργήσιμες εκτάσεις και βοσκοτόπια ενοικιάζονται σε νομάδες κτηνοτρόφους κυρίως της Πίνδου ως χειμερινά λιβάδια (χειμαδιά) για την εξασφάλιση σίγουρου κέρδους. Στις 25 Οκτωβρίου του 1812 γίνεται στο δεφτέρι του Αλή Πάσα η πρώτη επίσημη αναφορά στους Καραγκούνηδες σε οθωμανικό έγγραφο σχετικά με την διανομή των χειμαδιών στους τσέλιγκες της Ακαρνανίας- Βλάχων και μη. Οι συνθήκες αυτές ευνοούν ιδιαίτερα την ανάπτυξη της νομαδικής και ημινομαδικής κτηνοτροφίας και αρκετοί Ριμένες επιλέγουν την Ακαρνανία για να παραχειμάσουν.

Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1829 σε επιστολή προς τον Ιωάννη Καποδίστρια ένας πληθυσμός βλάχων διεκδικεί την αναγνώριση τους ως έλληνες και την μόνιμη εγκατάσταση τους στην περιοχή του Ξηρομέρου, ενώ το 1834 330 οικογένειες Βλαχοποιμένων Καραγκούνηδων υποβάλουν αίτηση για μόνιμη εγκατάσταση στην Ακαρνανία, αιτήματα που τελικά δεν εκπληρώθηκαν. Τις δεκατίες 1830-1840 συνεχίζονται οι προσπάθειες των βλάχων για μόνιμη εγκατάσταση τους στην περιοχή οι οποίες περιλαμβάνουν την αγορά γης και κτισμάτων, ωστόσο μέχρι και το 1856 δεν φαίνεται να υπάρχουν μόνιμοι οικισμοί. Οι Βλάχοι καταγράφονται ως έλληνες υπήκοοι με την προϋπόθεση να μην περνούν τα ελληνικά σύνορα κατά τις μετακινήσεις τους. Τελικά το 1857 το ελληνικό κράτος υποχρεώνει όλους τους κτηνοτρόφους να κατοικούν μόνιμα σε κάποιον αναγνωρισμένο οικισμό ως προϋπόθεση για την απονομή εθνικών βοσκών ,ενώ την επόμενη χρονιά επιτρέπει και την δημιουργία νέων οικισμών. Οι αποφάσεις αυτές ήταν καθοριστικής σημασίας για τους ακαρνάνους Καραγκούνηδες καθώς εντάθηκε η πίεση στους αρμόδιους φορείς για την επίλυση όλων των ζητημάτων και την οριστική μόνιμη εγκατάσταση τους. Σε πολλές περιοχές η εγκατάσταση προχώρησε ομαλά, ωστόσο υπήρξαν και αντιδράσεις των τοπικών πληθυσμών που οδήγησαν στην εκδίωξη τους από αρκετά μέρη στα οποία παραχείμαζαν ύστερα από συγκρούσεις και δικαστικές διαμάχες.

Οι βλάχικοι οικισμοί της Ακαρνανίας δημιουργήθηκαν τις δεκαετίες 1860/1870 ως εξής:

Παλαιομάνινα : ήταν ο πρώτος μόνιμος οικισμός των βλάχων και δημιουργήθηκε από την ένωση των τσελιγκάτων των αρχιποιμένων Κουτσομπίνα, Ζώγα , Μπόμπα και Παππά γύρω στο 1860. Ο οικισμός ανεπίσημα έφερε το όνομα του Ν. Κουτσομπίνα καθώς ο ρόλος του ήταν καθοριστικός στην δημιουργία του.

Σοροβίγλι (Γιαννίκα) : άρχισε να δημιουργείται την ίδια περίοδο από τον αρχιποιμένα Μίχα Γιάνκο στον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Στράτου.

Οχθιά (Παγκέικα) : δημιουργήθηκε δίπλα στην όχθη του Αχελώου ποταμού από τον αρχιποιμένα Πάγγιο/ Πάγκιο. 

Αγράμπελα (Νταγιάντα ή Μπούσια) : από τον αρχιποιμένα Δημήτριο Νταγιάντα. Ο οικισμός δημιουργήθηκε κοντά στα ερείπια του παλιού οικισμού.

Στουρνάρι (Νούσα/ Νουσέικα) : οικισμός στην περιφέρεια του χωριού Χρυσοβίτσας από τον αρχιποιμένα Δημήτριο Νούσα. Στον οικισμό δεν ανεγέρθηκε εκκλησία και οι κάτοικοι εκκλησιάζονταν στον ναό Αγίου Γεωργίου Χρυσοβιτσας, επιλογή που φαίνεται να εκφράζει την επιθυμία δημιουργίας μιας κοινότητας και αρμονική συνύπαρξη των πληθυσμών.

Στρογγυλοβούνι ( Γακέικα) : δημιουργήθηκε από τον αρχιποιμένα Γάκη/ Γιώργο Παππά , αλλά εγκαταστάθηκε και η οικογένεια του αρχιποιμένα Κήτα Μάσιου. Αρχικά διατηρούσε την ονομασία Μάνινα Βλυζανών ή Καλέντζι.

Γαλιτσά/Γουριώτισσα (ανεπίσημα Κατσαρού) : από τον τσελιγκάτο του Τσόλη. Αρχικά, υπήρξαν εντάσεις, αφού ο οικισμός βρίσκονταν εντός της περιφέρειας του χωριού Προδρόμου, ωστόσο τελικά επιτράπηκε η μόνιμη εγκατάσταση τους.

Με εξαίρεση την παλαιομάνινα τα βλάχικα χωριά έως και το 1910 ήταν ενταγμένα στην κοινοτική περιφέρεια άλλων χωριών και δεν ήταν σαφώς οριθετημένα.

Οι Βλάχοι στην ελληνική Επανάσταση

Στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης, οι Βλάχοι της Ακαρνανίας συμμετείχαν ενεργά στον απελευθερωτικό αγώνα ως αγωνιστές στα σώματα διακεκριμένων στρατηγών της επανάστασης. Ο φόρος αίματος στην Αιτωλοακαρνανία ήταν βαρύς με τις βλάχικες κοινότητες να θρηνούν πολλές απώλειες.

Με βάση την έρευνα του Γεωργίου Π. Παπαδημητρίου εντοπίζονται επίσημα στοιχεία για τους παρακάτω βλάχους αγωνιστές:

α) Ευθύμιος Ν. Κουτσομπίνας, αγωνιστής στο σώμα του Μάρκου Μπότσαρη, ο οποίος σκοτώθηκε μαζί με τον αρχηγό του στη μάχη του Κεφαλόβρυσου Ευρυτανίας στις 7-8-1823,

β)Δημήτριος Ν. Παππάς, Δημήτριος Τύλης, Γεώργιος Μήτρου Ζώγας, αγωνιστές στο σώμα του Ν. Στουρνάρη, οι οποίοι σκοτώθηκαν στο Μεσολόγγι στις 28-6-1822,

γ)Ευστάθιος Φ. Κάμπος, αγωνιστής στο σώμα του Ιωάννη Ράγγου, ο οποίος διακρίθηκε στη μάχη κατά των Τούρκων στο «Αυτί» Καρβασαρά στις 18-6-1821,

δ) Σπυρίδων Χρ.Τόγιας, αγωνιστής στο σώμα του Φλώρου Γρίβα, ο οποίος σκοτώθηκε στη μάχη του Πέτα στις 4-7-1822,

ε) Ανδρέας Θ. Ναούμης, αγωνιστής στο σώμα του Νότη Μπότσαρη, ο οποίος σκοτώθηκε στην έξοδο του Μεσολογγίου.

Στο Μεσολόγγι σκοτώθηκαν οι Βλάχοι:

α) Νικόλαος Δημητρίου Κοσόβας εκ Μάνινας του Ξηρομέρου και

β) Δημήτριος Αριστείδου Τσώλης εκ Γαλιτσάς Ακαρνανίας,

αγωνιστές στο σώμα του Κίτσου Τζαβέλα.

Η παράδοση των βλάχων μνημονεύει επίσης την ηρωίδα Αφροδίτη Τόγια η οποία ακολουθούσε τους αδερφούς της στην μάχη και συνελήφθηκε από τους Τούρκους. Οδηγήθηκε στην Άρτα όπου ο Αγάς θέλησε να την θωπεύσει αλλά η ίδια βύθισε το μαχαίρι του στα στήθη της επιλέγοντας τον θάνατο από την εκμετάλλευση. Το παρακάτω μοιρολόι διασώθηκε από τον Δ. Στεργιου το 1958:

Ορέ, Αφροδίτα, τύνη, Μωρή, Αφροδίτη, εσύ,

Αφροδίτα, μουσιάτε. Αφροδίτη, όμορφη.

Φιτσέσιου μούλτι γκίνι, Έκανες πολύ καλά,

μόρε, Ριμένε, φιάτε. Μωρή, Ρωμιά, κόρη.

Λάϊ, σόρα, Αφροδίτα, Ω, αδερφή μας, Αφροδίτη,

ιράϊ στιάου ντι απερίτα. ήσουν άστρο της αυγής.

Αίστε χόρε έστι ανόστε, Αυτή χώρα είναι δική μας,

νου βρέμ τίραννοι πι κάπου, δεν θέλομε τυράννους στο κεφάλι,

σκλάβιου έστι κα πίσε νόπτε, η σκλαβιά είναι σαν νύχτα πίσσα,

νου βρέμ του χόρε αράπου δεν θέλομε στη χώρα μας αράπη

Λάϊ, σόρε, Αφροδίτα, Ω, αδερφή μας, Αφροδίτη,

ιράϊ στιάου ντι απερίτα. ήσουν άστρο της αυγής.

Αφροδίτα, τύνη, κου θάρρου Αφροδίτη, εσύ, με θάρρος

στι φιτσέσιου κουρμπάνε έγινες θυσία.

Ιράϊ σινετόσε κα βουντάρου, Ήσουν δυνατή σα βελανιδιά,ι

ράϊ ούνε Ριμένε νταρντάνε. ήσουν μια Ρωμιά νταρντάνα.

Λάϊ, σόρα, Αφροδίτα, Ω, αδερφή μας, Αφροδίτη,

ιράϊ στιάου ντι απερίτα ήσουν άστρο της αυγής


Το καραγκούνικο ιδίωμα

Στο νοτιότερο σημείο εξάπλωσης της βλάχικης γλώσσας διατηρείται ζωντανό ένα μοναδικό ιδίωμα της βόρειας βλάχικης διαλεκτικής ομάδας. Το ακαρνάνικο βλάχικο ιδίωμα – παρότι βόρειο -εμφανίζει αρκετά γλωσσικά χαρακτηριστικά των νότιων ιδιωμάτων, και ως εκ τούτου εμφανίζει ιδιαιτερότητες που το διαφοροποιούν απο τις υπόλοιπες βλάχικες διαλέκτους. Οι ιδιομορφίες αυτές οφείλονται στη αποκοπή του πληθυσμού αυτού από την κοίτιδα του στην Ήπειρο και την εγκατάσταση του σε ένα κυρίως ελληνόφωνο περιβάλλον, απομονωμένο από τους υπόλοιπους βλάχικους πληθυσμούς. Οι αποκλίσεις που παρατηρούνται είναι τόσο μορφολογικές όσο και φωνητικές και λεξιλογικές. Η λεξιλογική σύνθεση της καραγκούνικης διαλέκτου φαίνεται να είναι κυρίως λατινική και ελληνική, ωστόσο εμφανίζει και αρκετές αλβανικές προσμίξεις, αφού για πολλούς αιώνες οι Καραγκούνηδες μετακινούνταν κατά το θέρος σε ένα κυρίως αλβανόφωνο περιβάλλον.

Προσπάθεια μελέτης και καταγραφής αυτού του ξεχωριστού ιδιώματος έγινε από τον Αντώνιο Β. Βασίλειου στο βιβλίο του: «Το Αρβανιτοβλάχικο (Καραγκούνικο) γλωσσικό ιδίωμα της Ακαρνανίας»

Πώς υφαίνουν και ντύνονται οι Ριμένοι

Γουριώτισσα
Ν. Κατσαρού

Οι Ριμένοι της Αιτωλοακαρνανίας διατήρησαν και διέσωσαν την ξεχωριστή ενδυματολογική τους ταυτότητα παρά την μόνιμη εγκατάσταση τους στην περιοχή. Η γυναικεία φορεσιά διαφοροποιείται περισσότερο από τις άλλες βλάχικες ενδυμασίες του ελληνικού χωρου σε σχέση με την ανδρική. Εμφανίζει αρκετές ομοιότητες με την βλάχικη φαρσαριώτικη φορεσιά της σημερινής νότιας Αλβανίας με κύρια διαφορά πως το Τσουπάρι οι Ριμένες το φορούσαν μόνο ως νεόνυμφες και για κεφαλόδεσμο χρησιμοποιούσαν ένα κόκκινο μαντήλι. Κάθε οικογένεια είχε διαφορετικά κεντήματα, σύμβολα και χρώματα στην γυναικεία φορεσιά που την ξεχώριζε από τις άλλες οικογένειες, και οι γυναίκες ζητούσαν να κηδευτούν με την νυφική τους φορεσιά για να τις αναγνωρίσει μετά θάνατον ο άνδρας τους. Οι παραδοσιακές ενδυμασίες φορέθηκαν από τους άνδρες έως το 1940 ενώ οι γυναίκες τις διατήρησαν έως το 1960. Σήμερα, οι φορεσιές αυτές φυλάσσονται ως οικογενειακά κειμήλια.

Στην ανδρική παραδοσιακή ενδυμασία διακρίνουμε:

1) σκούφια (κιτσούα),
2) το κεντημένο βαμβακερό πουκάμισο (κεντόσου),
3) το κεντημένο γιλέκο
4) η δερμάτινη ζώνη στη μέση (σελέφια) ,
5) η φουστανέλα (σιγκούνι) πάνω από το γόνατο,
6) οι κάλτσες με τις φούντες (τσόριτσι) 
7) τα τσαρούχια.
Εκτός από το πουκάμισο και τη φανέλα τα υπόλοιπα ήταν μάλλινα σχεδόν όλο το χρόνο. Το μαύρο δε χρώμα του γιλέκου το παίρναν από βαφή που φτιάχναν από το φυτό ρέζκα.

Νικόλαος Κουτσομπίνας λαογραφικό μουσείο Παλαιομάνινας
Αυθεντικό γαμπριάτικο γιλέκο

Αντίστοιχα στη γυναικεία φορεσιά :

1) κιμιάσα (λινή πουκαμίσα) κεντημένη στο ποδόγυρο, πάνω στο στήθος και στο γιακά
2) σιγκούνι μαύρο συνήθως, κεντημένο σε δύο περιοχές, αρκετά πιο χαμηλό από το ανδρικό 

Αυθεντικό γιλέκο Ριμένας Παλαιομάνινας

3) κότσια το κεντημένο γιλέκο το οποίο δεν έδενε μπροστά
3) η ποδιάου με τα αλτιτσι (δύο κεντημένα τριγωνικά κομμάτια στη ζώνη) με τα χαρακτηριστικά γαϊτάνια σε μαύρο φόντο. Επιπλέον στην κανονική επίσημη γυναικεία ενδυμασία πάνω από τη ποδιάου φορούσαν ένα υφασμάτινο ζωνάρι ενίοτε μεταξωτό, το μπέρο, που μπορούσε να ήταν χρωματιστό. (Σύμφωνα με τον ιστορικό Ι. Δαδαλιάρη η προσθήκη αυτής της ζώνης πρέπει να είναι μεταγενέστερη). Επίσης οι ζώνες της ποδιάου κλείνουνε με εντυπωσιακές αγκράφες τα τσουπρέκια ενώ το σιγκούνι κλείνει με ένα είδος μικρής κόπιτσας την κλεισούτσα.


Αυθεντική ποδιά (πουδιάου) με τα πολύχρωμα γαϊτάνια. Διακρίνονται στα σχέδια ρόδακες, οκτάκτινα αστέρια και σταυροί

4) ο κεφαλόδεσμος (σιαμέϊ) πού παλιά για τις νεαρές γυναίκες ήταν κόκκινος μετά όμως έγινε καφέ ενώ οι νεόνυμφες φορούσαν το τσουπάρι

Χρωματιστό συμπλήρωμα κάποιες φορές ήταν και ένα είδος εσάρπας που φορούσαν από ύφασμα στους ώμους τη τσίπα. Η τσίπα των Ριμένων διαφοροποιείται από το τσιπ (προεξοχή στους ώμους του σιγκουνιού) που χαρακτήριζε τους Γραμμουστιάνους Βλάχους (επανομαζόμενοι και ως Τσίπανοι).

Σοφία Χρήστου Κατσαρού το γένος Τέγα
αρχείο Γεράσιμου Κατσαρού

Η Βλάχικη πολυφωνία της Ακαρνανίας

Οι Ριμένοι της Αιτωλοακαρνανίας με την μόνιμη εγκατάσταση τους εφεραν μαζί και την πλούσια μουσική τους παράδοση. Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στο πολυφωνικό τραγούδι, μια παράδοση που δεν συναντάται αλλού στην περιοχή. Καταγραφή αυτών των τραγουδιών έγινε το 2011 στο CD « 15 παραδοσιακά τραγούδια της Παλαιομάνινας» από την Εταιρεία Φίλων Των Μνημείων της Παλαιομάνινας.

https://youtu.be/r-KyO-XQkVo


Παραπομπές και σύνδεσμοι:

ΜΑΤΘΑΙΟΣ Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ, «ΤΑ ΒΛΑΧΙΚΑ/ΡΙΜΕΝΙΚΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ. ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΟΜΑΔΙΣΜΟ ΣΤΗ ΜΟΝΙΜΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΙ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ»

Αντώνιος Β. Βασίλειου,«Η γλώσσα των Βλάχων (Καραγκούνηδων) της Ακαρνανίας: καταγραφή μιας γλώσσας υπό εξαφάνιση»

http://paleomanina.blogspot.com/

https://vlahoi.net/vlahoi-kai-ellinismos/anafora-stous-vlahous-tis-akarnanias

Σχολιάστε